ποδήλατο

Z Wikisłownika – wolnego słownika wielojęzycznego
Przejdź do nawigacji Przejdź do wyszukiwania

ποδήλατο (język nowogrecki)[edytuj]

wymowa:
IPA[po.ˈði.la.to]
znaczenia:

rzeczownik, rodzaj nijaki

(1.1) rower
odmiana:
(1) N42
przykłady:
składnia:
kolokacje:
(1.1) αγωνιστικό ποδήλατοrower wyścigowyγυναικείο ποδήλατοrower damskiπαιδικό ποδήλατοrower dziecięcyδιπλό ποδήλατοtandemποδήλατο γυμναστικήςrower stacjonarnyθαλάσσιο ποδήλατοrower wodny
synonimy:
antonimy:
hiperonimy:
hiponimy:
holonimy:
meronimy:
(1.1) ρόδα, ακτίνα, ζάντα, βαλβίδα ελαστικού, λασπωτήρας, άξονας, φρένο, σέλα, στύλος σέλας, σωλήνας σέλας, σχάρα, τιμόνι, σωλήνας κατεύθυνσης, κάτω σωλήνας, οριζόντια ράβδος, τροχός, τρόμπα, αλυσίδα, οδηγός αλυσίδας, πεντάλ, στρόφαλος, υποδοχή ποδιού, δίχαλο διωστήρα, μοχλός ταχυτήτων, εμπρόσθιος μηχανισμός αλλαγής ταχυτήτων, οπίσθιος μηχανισμός αλλαγής ταχυτήτων, δυναμό, φανάρι, ανακλαστήρας
wyrazy pokrewne:
rzecz. ποδηλατόδρομος m, ποδηλατιστής m, ποδηλάτισσα ż, ποδηλασία ż, ποδηλατοδρομία ż, ποδηλατοδρόμος m, ποδηλατοδρόμιο n, ποδηλάτης m
przym. ποδηλατικός, ποδήλατος
związki frazeologiczne:
γίνομαι ποδήλατοcierpieć, męczyć sięκάνω τη ζωή ποδήλατο (κάποιου) → zamęczać, rujnować życie (komuś)
etymologia:
gr. πους + ελαύνω
uwagi:
źródła: