Aneks:Język nowogrecki - 3 model koniugacji

Z Wikisłownika – wolnego słownika wielojęzycznego
Przejdź do nawigacji Przejdź do wyszukiwania

Model koniugacji C3[edytuj]

  • C3A (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany διώχνω διώχνεις διώχνει διώχνο(υ)με διώχνετε διώχνουν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω διώξει έχεις διώξει έχει διώξει έχουμε διώξει έχετε διώξει έχουν(ε) διώξει
Przeszły niedokonany έδιωχνα έδιωχνες έδιωχνε διώχναμε διώχνατε έδιωχναν
Przeszły dokonany έδιωξα έδιωξες έδιωξε διώξαμε διώξατε έδιωξαν
Zaprzeszły είχα διώξει είχες διώξει είχε διώξει είχαμε διώξει είχατε διώξει είχαν(ε) διώξει
Przyszły niedokonany θα διώχνω θα διώχνεις θα διώχνει θα διώχνο(υ)με θα διώχνετε θα διώχνουν(ε)
Przyszły dokonany θα διώξω θα διώξεις θα διώξει θα διώξουμε θα διώξετε θα διώξουν(ε)
Przedprzyszły θα έχω διώξει θα έχεις διώξει θα έχει διώξει θα έχουμε διώξει θα έχετε διώξει θα έχουν(ε) διώξει
Rozkazujący niedokonyny διώχνε διώχνετε
Rozkazujący dokonany διώξε διώξτε
Bezokolicznik rzeczowny διώξει
Imiesłów czynny διώχνοντας
  • C3P (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on / ona / ono my wy oni / one
Teraźniejszy niedokonany διώχνομαι διώχνεσαι διώχνεται διωχνόμαστε διώχνεστε διώχνονται
Teraźniejszy dokonany έχω διωχτεί έχεις διωχτεί έχει διωχτεί έχουμε διωχτεί έχετε διωχτεί έχουν(ε) διωχτεί
Przeszły niedokonany διωχνόμουν διωχνόσουν διωχνόταν διωχνόμασταν διωχνόσασταν διωχνόνταν
Przeszły dokonany διώχτηκα διώχτηκες διώχτηκε διωχτήκαμε διωχτήκατε διώχτηκαν
Zaprzeszły είχα διωχτεί είχες διωχτεί είχε διωχτεί είχαμε διωχτεί είχατε διωχτεί είχαν(ε) διωχτεί
Przyszły niedokonany θα διώχνομαι θα διώχνεσαι θα διώχνεται θα διωχνόμαστε θα διώχνεστε θα διώχνονται
Przyszły dokonany θα διωχτώ θα διωχτείς θα διωχτεί θα διωχτούμε θα διωχτείτε θα διωχτούν
Przedprzyszły θα έχω διωχτεί θα έχεις διωχτεί θα έχει διωχτεί θα έχουμε διωχτεί θα έχετε διωχτεί θα έχουν(ε) διωχτεί
Rozkazujący niedokonany (διώχνου) (διώχνεστε)
Rozkazujący dokonany διώξου διωχτείτε
Bezokolicznik rzeczowny διωχτεί
Imiesłów bierny διωγμένος