Aneks:Język nowogrecki - 10.9 model koniugacji

Z Wikisłownika – wolnego słownika wielojęzycznego
Przejdź do nawigacji Przejdź do wyszukiwania

Model koniugacji C10.9[edytuj]

  • C10.9A (strona czynna)
Strona czynna – Ενεργητική φωνή
Czas ja ty on/a/o my wy oni/one
Teraźniejszy niedokonany κινώ κινείς κινεί κινούμε κινείτε κινούν(ε)
Teraźniejszy dokonany έχω κινήσει έχεις κινήσει έχει κινήσει έχουμε κινήσει έχετε κινήσει έχουν(ε) κινήσει
Przeszły niedokonany κινούσα κινούσες κινούσε κινούσαμε κινούσατε κινούσαν
Przeszły dokonany κίνησα κίνησες κίνησε κινήσαμε κινήσατε κίνησαν
Zaprzeszły είχα κινήσει είχες κινήσει είχε κινήσει είχαμε κινήσει είχατε κινήσει είχαν(ε) κινήσει
Przyszły niedokonany θα κινώ θα κινείς θα κινεί θα κινούμε θα κινείτε θα κινούν(ε)
Przyszły dokonany θα κινήσω θα κινήσεις θα κινήσει θα κινήσουμε θα κινήσετε θα κινήσουν
Przedprzyszły θα έχω κινήσει θα έχεις κινήσει θα έχει κινήσει θα έχουμε κινήσει θα έχετε κινήσει θα έχουν(ε) κινήσει
Rozkazujący niedokonany - (κίνει) - - (κινείτε) -
Rozkazujący dokonany - κίνησε - - κινήστε -
Bezokolicznik rzeczowny κινήσει
Imiesłów czynny κινώντας
  • C10.9Β (strona zwrotno-bierna)
Strona bierno-zwrotna – Παθητική φωνή
Czas ja ty on/a/o my wy oni/one
Teraźniejszy niedokonany κινούμαι κινείσαι κινείται κινούμαστε κινείστε κινούνται
Teraźniejszy dokonany έχω κινηθεί έχεις κινηθεί έχει κινηθεί έχουμε κινηθεί έχετε κινηθεί έχουν(ε) κινηθεί
Przeszły niedokonany κινούμουν κινούσουν κινούνταν κινούμασταν κινούσασταν κινούνταν
Przeszły dokonany κινήθηκα κινήθηκες κινήθηκε κινηθήκαμε κινηθήκατε κινήθηκαν
Zaprzeszły είχα κινηθεί είχες κινηθεί είχε κινηθεί είχαμε κινηθεί είχατε κινηθεί είχαν(ε) κινηθεί
Przyszły niedokonany θα κινούμαι θα κινείσαι θα κινείται θα κινούμαστε θα κινείστε θα κινούνται
Przyszły dokonany θα κινηθώ θα κινηθείς θα κινηθεί θα κινηθούμε θα κινηθείτε θα κινηθούν(ε)
Przedprzyszły θα έχω κινηθεί θα έχεις κινηθεί θα έχει κινηθεί θα έχουμε κινηθεί θα έχετε κινηθεί θα έχουν(ε) κινηθεί
Rozkazujący niedokonany - (- -) - - (- -) -
Rozkazujący dokonany - κινήσου - - κινηθείτε -
Bezokolicznik rzeczowny κινηθεί
Imiesłów bierny κινημένος