Wikisłownikarz:ABX/grecki/bez odmiany

Z Wikisłownika – wolnego słownika wielojęzycznego
Przejdź do nawigacji Przejdź do wyszukiwania

Ά[edytuj]

Άγγλος rzecz. - Άουσβιτς rzecz. -

Ό[edytuj]

Όσβιετσιμ rzecz. -

Α[edytuj]

Αγία Γραφή - Αγγλία rzecz. - Αγγλίδα rzecz. - Αδέλα rzecz. - Αδελαήδα rzecz. - Αθήνα rzecz. - Αθηναίος rzecz. - Αλέξανδρος rzecz. - Αλσατία rzecz. - Αμερική rzecz. - Ανδόρα rzecz. - Αντάρες rzecz. - Απρίλιος rzecz. - Αρκάδιος rzecz. - Αυστραλέζος rzecz. - Αυστραλία rzecz. - Αυστραλός rzecz. -

Β[edytuj]

Βέλγιο rzecz. - Βέλγος rzecz. - Βατικανό rzecz. - Βιέλουν rzecz. - Βικιπαίδεια rzecz. - Βικτόρια rzecz. - Βολιβία - Βουλγαρία rzecz. - Βραζιλία rzecz. - Βραζιλιάνα rzecz. - Βραζιλιάνος rzecz. -

Γ[edytuj]

Γάλλος rzecz. - Γαλλίδα rzecz. - Γερμανία rzecz. - Γερμανίδα rzecz. - Γεώργιος rzecz. - Γιάννης rzecz. - Γιαπωνέζα rzecz. - Γιβραλτάρ rzecz. - Γιουγκοσλαβία rzecz. -

Δ[edytuj]

Δανέζα rzecz. - Δανή rzecz. - Δανία rzecz. - Δανός rzecz. - Δεκέμβριος rzecz. - Δομινικανή Δημοκρατία rzecz. -

Ε[edytuj]

Εβραίος rzecz. - Ελένη rzecz. - Ερυθρά Θάλασσα rzecz. -

Η[edytuj]

Η.Π.Α. rzecz. -

Θ[edytuj]

Θερμοπύλες rzecz. - Θεσσαλονίκη rzecz. - Θεσσαλονικιά rzecz. - Θεσσαλονικιός rzecz. -

Ι[edytuj]

Ιανουάριος rzecz. - Ιαπωνία rzecz. - Ιαπωνίδα rzecz. - Ιορδανία rzecz. - Ιούλιος rzecz. - Ιούνιος rzecz. - Ιράν rzecz. - Ισπανία rzecz. - Ιωάννης rzecz. -

Κ[edytuj]

Κέιπ Τάουν rzecz. - Κίεβο rzecz. - Καινή Διαθήκη rzecz. - Καταλονία rzecz. - Καταλωνία rzecz. - Κρήτη rzecz. - Κρητικιά rzecz. - Κρητικός rzecz. - Κροάτισσα rzecz. - Κυριακή rzecz. - Κωνσταντίνος rzecz. - Κωνσταντινούπολη rzecz. - Κως rzecz. - Κώστας rzecz. -

Λ[edytuj]

Λαμία rzecz. - Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας rzecz. - Λιθουανή rzecz. - Λιθουανός rzecz. - Λκ -

Μ[edytuj]

Μάιος rzecz. - Μάλτα rzecz. - Μάρτης rzecz. - Μάρτιος rzecz. - Μαυροβούνια rzecz. - Μαυροβούνιος rzecz. - Μεγάλη Άρκτος rzecz. - Μεσόγειος Θάλασσα - Μικρά Ασία rzecz. - Μπαρμπάντος rzecz. - Μπενίν -

Ν[edytuj]

Νέα Υόρκη - Νικαράγουα rzecz. - Νοέμβρης rzecz. - Νοέμβριος rzecz. - Νορβηγία rzecz. -

Ο[edytuj]

Οκτώβριος rzecz. - Οσάκα rzecz. - Ουκρανία rzecz. -

Π[edytuj]

Πέμπτη rzecz. - Παλιά Διαθήκη rzecz. - Παρασκευή rzecz. - Πολίτης rzecz. - Πολωνία rzecz. - Πολωνίδα rzecz. - Πολωνός rzecz. - Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας rzecz. -

Ρ[edytuj]

Ρεμίγηος rzecz. - Ρουμάνα rzecz. - Ρουμάνος rzecz. - Ρουμανία rzecz. - Ρωμαία rzecz. - Ρωμαίος rzecz. - Ρωσία rzecz. - Ρωσίδα rzecz. - Ρώσος rzecz. -

Σ[edytuj]

Σάββατο rzecz. - Σαουδάραβας rzecz. - Σεπτέμβριος rzecz. - Σιλεσία rzecz. - Σουηδία rzecz. - Σοφία rzecz. -

Τ[edytuj]

Τέξας rzecz. - Τετάρτη rzecz. - Τσέχα rzecz. - Τσέχος rzecz. -

Φ[edytuj]

Φίτζι rzecz. - Φεβρουάριος rzecz. - Φλεβάρης rzecz. -

Χ[edytuj]

Χριστούγεννα rzecz. - Χριστός rzecz. -

ά[edytuj]

άλλοτε - άνω κάτω -

έ[edytuj]

έκτη αίσθηση - ένα - έξοδος rzecz. - έργο rzecz. - έρωτας rzecz. - έχει καβούρια στην τσέπη του -

ή[edytuj]

ή - ήλιος rzecz. - ήρωας rzecz. - ήχος rzecz. -

α[edytuj]

αβάς rzecz. - αβαείο rzecz. - αγελάδα rzecz. - αγκινάρα rzecz. - αγριόγατα rzecz. - αγόρι rzecz. - αδελφή ψυχή - αδύνατος przym. - αεροδρόμιο rzecz. - αερολιμένας rzecz. - αιτία rzecz. - αιώνας rzecz. - ακρωτηριασμός rzecz. - ακόμα - ακόμη - αλήθεια rzecz. - αλατιέρα rzecz. - αλγόριθμος rzecz. - αλεύρι rzecz. - αλλά - αμάξι rzecz. - αμέσως - αμπέλι rzecz. - αν - ανάγκη rzecz. - ανατολικός przym. - ανεμοπλάνο rzecz. - ανεμόπτερο rzecz. - ανθολογία rzecz. - ανθρωπομορφισμός rzecz. - ανοιξιάτικος przym. - αντάρτης rzecz. - ανωτέρα βία - απάντηση rzecz. - απεργία rzecz. - αποθήκη rzecz. - από - απόψε - αρέσω czas. - αργά - αρουραίος rzecz. - αρρώστια rzecz. - αρχή rzecz. - αρχιτεκτονική rzecz. - αρχιτεκτόνισσα rzecz. - αστερισμός rzecz. - αστυνομία rzecz. - ατμοσφαίρα rzecz. - ατμός rzecz. - αυτοκίνητο rzecz. - αφήνω στον τόπο - αφού - αχίλλειος φτέρνα - αχορτασιά rzecz. -

β[edytuj]

βάρκα rzecz. - βαράω μύγες - βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο - βαρόνος rzecz. - βατράχι rzecz. - βεντάλια rzecz. - βιβλίο rzecz. - βιδολόγος rzecz. - βιολίστρια rzecz. - βιολιστής rzecz. - βοήθεια rzecz. - βοσνιακός przym. - βουτυρόγαλα rzecz. - βροχή rzecz. - βόδι rzecz. -

γ[edytuj]

γάμος rzecz. - γαλαζοαίματος - γαλαξίας rzecz. - γεια rzecz. - γειτόνισσα rzecz. - γελώ czas. - γεμάτος przym. - γενική rzecz. - για - γιαγιά rzecz. - γιατί - γιορτή rzecz. - γιος rzecz. - γλώσσα rzecz. - γούβα rzecz. - γραμματική rzecz. - γραμματόσημο rzecz. - γυαλί rzecz. - γυναικολογία rzecz. - γυναικολόγος rzecz. - γόρδιος δεσμός - γύρω -

δ[edytuj]

δάσκαλος rzecz. - δίκη rzecz. - δίνω czas. - δίσκος rzecz. - δεκαεπτά - δεκαεφτά - δεν - δεν τα βάζω κάτω - δεσμοί αίματος - δευτερόλεπτο rzecz. - δημόσιος przym. - διάλειμμα rzecz. - διέξοδος rzecz. - διαζύγιο rzecz. - διασκέδαση rzecz. - διαφορά rzecz. - δισκοβολώ czas. - δουλειά rzecz. - δρακόντειοι νόμοι - δυνατά - δωμάτιο rzecz. - δωρεάν - δώδεκα - δώρο rzecz. -

ε[edytuj]

είδος rzecz. - είκοσι - είμαι όλος/όλη αφτιά - είσοδος rzecz. - εβδομάδα rzecz. - εγκυκλοπαίδεια rzecz. - εγχειρίδιο rzecz. - ειδικότητα rzecz. - εικόνισμα rzecz. - εκβιάζω czas. - εκδρομέας rzecz. - εκεί - εκτός - ελεημοσύνη rzecz. - ελιά rzecz. - εν ριπή οφθαλμού - ενεργό συστατικό rzecz. - ενεστώτας rzecz. - εξάεδρο rzecz. - επίθετο rzecz. - επίρρημα rzecz. - επίσης - επιτυχία rzecz. - εποχή rzecz. - επτά - επώνυμο rzecz. - ερωτηματικό rzecz. - ερώτηση rzecz. - εστιατόριο rzecz. - ευχαριστώ rzecz. czas. - εφέτος -

ζ[edytuj]

ζάρι rzecz. - ζαργάνα rzecz. - ζαχαριέρα rzecz. - ζευγάρι rzecz. - ζωγράφος rzecz. - ζωγραφίζω czas. - ζωγραφιά rzecz. - ζωτικός przym. -

η[edytuj]

ηθοποιός rzecz. - ηλεκτρολόγος rzecz. - ηλεκτρόνιο rzecz. - ημερολόγιο rzecz. - ηρωισμός rzecz. - ηρώισσα rzecz. -

θ[edytuj]

θάλασσα rzecz. - θαυμαστικό rzecz. - θεία rzecz. - θείος rzecz. - θεραπευτικός przym. - θρησκεία rzecz. -

ι[edytuj]

ιατρική rzecz. - ιδέα rzecz. - ιδίωμα rzecz. - ιματιοφύλακας rzecz. - ισόγειο rzecz. -

κ[edytuj]

κάθοδος rzecz. - κάλτσα rzecz. - κάτοικος rzecz. - κέντρο rzecz. - κήπος rzecz. - κίτρινη κάρτα - καθαρότητα rzecz. - καθηγήτρια rzecz. - καθηγητής rzecz. - καθρέπτης rzecz. - καθόλου - καλημέρα - καληνύχτα - καλησπέρα - καλοπερνώ σαν πασάς - καρβέλι rzecz. - καρδιά rzecz. - καρπουζιά rzecz. - καρπούζι rzecz. - καταδίκη rzecz. - κατακλυσμός rzecz. - καταρράκτης rzecz. - κατσαβίδι rzecz. - καφές rzecz. - καφεΐνη rzecz. - καφενείο rzecz. - κεκλεισμένων των θυρών - κεφάλι rzecz. - κιθάρα rzecz. - κιθαρίστρια rzecz. - κιθαριστής rzecz. - κινέζικα rzecz. - κινηματογράφος rzecz. - κινητό rzecz. - κλίμα rzecz. - κοιμάμαι με τις κότες - κοιμίζω czas. - κοιμητήριο rzecz. - κοινοβούλιο rzecz. - κολοκυθάκι rzecz. - κολοκύθι rzecz. - κοντά - κορίανδρο rzecz. - κορίτσι rzecz. - κουβέντα rzecz. - κουκουβάγια rzecz. - κουπί rzecz. - κουρκούμη rzecz. - κουρούνα rzecz. - κουτάλι rzecz. - κουταλιά rzecz. - κρανίο rzecz. - κρατώ την ψυχραιμία μου - κρεβάτι rzecz. - κρεβατοκάμαρα rzecz. - κρουστός przym. - κτίριο rzecz. - κυβέρνηση rzecz. - κόκορας rzecz. - κόρη rzecz. - κόσμος rzecz. - κύκνειο άσμα - κώλος rzecz. -

λ[edytuj]

λάκκος rzecz. - λέω - λίγο - λίστα rzecz. - λαιμοδέτης rzecz. - λεμονιά rzecz. - λεωφορείο rzecz. - λογαριασμός rzecz. - λόγος rzecz. -

μ[edytuj]

μάθημα rzecz. - μάννα εξ ουρανού - μάχη rzecz. - μέθοδος rzecz. - μέρος rzecz. - μέταλλο rzecz. - μήνας rzecz. - μήπως - μίσος rzecz. - μα - μαγαζί rzecz. - μαζί - μαθήτρια rzecz. - μαθητής rzecz. - μαντίλι rzecz. - μαρούλι rzecz. - μαφία rzecz. - μαχαίρι rzecz. - με - με κλειστά μάτια - με μια λέξη - με τα πόδια - μεθαύριο - μετά - μετάξι rzecz. - μεταξύ - μεταφράστρια rzecz. - μη - μην - μητέρα rzecz. - μητριά rzecz. - μια - μοίρα rzecz. - μονομάχος rzecz. - μοσχάρι rzecz. - μοσχαρίσιος rzecz. - μοσχοβίτικος przym. - μοσχοκάρυδο rzecz. - μου - μουστάρδα rzecz. - μπάσκετ rzecz. - μπάτσος rzecz. - μπογιατζής rzecz. - μπουκάλι rzecz. - μπύρα rzecz. - μυρίζω czas. - μυρμήγκι rzecz. - μυστικό rzecz. - μωρό rzecz. - μόνο -

ν[edytuj]

νίκη rzecz. - να - ναι - ναυτιλία rzecz. - ναύτης rzecz. - νερό rzecz. - νερόλακκος rzecz. - νικητής rzecz. - νικοτίνη rzecz. - νύχι rzecz. - νύχτα rzecz. -

ξ[edytuj]

ξίδι rzecz. - ξανθός przym. - ξινόσουπα rzecz. -

ο[edytuj]

ολυμπιακοί αγώνες - ομοιότητα rzecz. - ομπρέλα rzecz. - ονομαστική rzecz. - οξυγόνο rzecz. - ουράνιο σώμα rzecz. - ουσία rzecz. - ουσιαστικό rzecz. -

π[edytuj]

πάλι - πάνω από το πτώμα μου - πάπας rzecz. - πάπια rzecz. - πάστα rzecz. - πέρσι - πέρυσι - παίζω με τη φωτιά - παίκτης rzecz. - παιδί rzecz. - παιδίατρος rzecz. - παιδιατρική rzecz. - παιχνίδι rzecz. - παλάμη rzecz. - πανεπιστήμιο rzecz. - παντού - παρά τρίχα - παράδοση rzecz. - παράσταση rzecz. - παρέλαση rzecz. - παραμύθι rzecz. - παρατατικός rzecz. - παρεξήγηση rzecz. - παρονομαστής rzecz. - πατέρας rzecz. - πατριός rzecz. - πείνα rzecz. - πεζή - πεζοδρόμιο rzecz. - περίπου - περιέχω czas. - περιφρόνηση rzecz. - πια - πιο - πλανητικό σύστημα - πλατέα rzecz. - πλατεία rzecz. - πληκτρολόγιο rzecz. - πληροφορική rzecz. - πλοίο rzecz. - πνευμονόκοκκος rzecz. - ποδήλατο rzecz. - ποδηλάτισσα rzecz. - ποδηλασία rzecz. - ποδηλατιστής rzecz. - ποδηλατοδρομία rzecz. - ποδηλατοδρόμος rzecz. - πολύ - πολύγλωσσος przym. - πολύγωνο rzecz. - ποντίκι rzecz. - ποντικός rzecz. - πορτοκάλι rzecz. - πορτοκαλάδα rzecz. - πορτοκαλιά rzecz. - ποτέ - ποτές - ποτήρι rzecz. - ποταμός rzecz. - ποτό rzecz. - πού - πρίγκιπας rzecz. - πραγματικότητα rzecz. - πριγκιπάτο rzecz. - πριν - προβοσκίδα rzecz. - προσευχή rzecz. - προχθές - προχτές - προϊόν rzecz. - πρωί rzecz. - πρωτεύουσα rzecz. - πρόβλημα rzecz. - πρόθεση rzecz. - πρόσβαση rzecz. - πρώιμος przym. - πτώση rzecz. - πυρετός του χρυσού - πως - πόδι rzecz. - πόνος rzecz. - πόρτα rzecz. - πότε - πύρρειος νίκη - πώς -

ρ[edytuj]

ρέγκα rzecz. - ραγίζω την καρδιά κάποιου - ρεβίθι rzecz. - ρουμανικός przym. -

σ[edytuj]

σάτιρα rzecz. - σαν - σαράντα - σερβιτόρος rzecz. - σημειωματάριο rzecz. - σκάκι rzecz. - σκακιέρα rzecz. - σκαμνί rzecz. - σκοτώνω την ώρα μου - σκόρδο rzecz. - σοκολάτα rzecz. - σούρβο rzecz. - σπάνια - σπάνιο είδος - σπίτι rzecz. - σπαζοκεφαλιά rzecz. - σπαθί rzecz. - σπουργίτης rzecz. - στάχτη rzecz. - στη - στην - στην αγκαλιά του Μορφέα - στις - στο - στον - στου - στους - στων - στόμα rzecz. - συγνώμη rzecz. - συζυγία rzecz. - συμμετοχική δημοκρατία rzecz. - συνήγορος του διαβόλου - συνήθως - συνημίτονο rzecz. - συνώνυμο rzecz. - συχνά - σχολείο rzecz. - σύζυγος rzecz. - σύννεφο rzecz. - σύνορο rzecz. -

τ[edytuj]

τέρας rzecz. - ταμπακιέρα rzecz. - ταπεινός przym. - τασάκι rzecz. - ταχυδρομείο rzecz. - τελεία rzecz. - τετράπλευρο rzecz. - τεύχος rzecz. - το στόμα του είναι βόθρος - τονώνω το ηθικό - του - τουρίστας rzecz. - τούβλο rzecz. - τράπεζα rzecz. - τρία rzecz. - τριάντα - τρικυμία σ' ένα ποτήρι νερό - τσίρκο rzecz. - τσαγερό rzecz. - τσαγιέρα rzecz. - τσιγάρο rzecz. - τόμος rzecz. - τώρα -

υ[edytuj]

υπνόσακος rzecz. - υποκείμενο rzecz. - υποκοριστικό rzecz. - υπολογιστής rzecz. -

φ[edytuj]

φέτος - φεγγάρι rzecz. - φιλάνθρωπος rzecz. - φιλία rzecz. - φρύδι rzecz. - φτωχός przym. - φυσική rzecz. - φυσιολογία rzecz. - φυτό rzecz. - φως φανάρι -

χ[edytuj]

χαμηλός przym. - χείλος rzecz. - χειμώνας rzecz. - χθες - χορεύτρια rzecz. - χορός rzecz. - χριστιανικός przym. - χτένα rzecz. - χωρίς - χωρίς περιστροφές -

ψ[edytuj]

ψηλός przym. - ψύλλος rzecz. -

ω[edytuj]

ωοθήκη rzecz. - ωράριο rzecz. - ωστόσο -

ό[edytuj]

όμως - όταν - ότι - όχι -

ύ[edytuj]

ύστερα -